Σε κλίμα πρωτοφανούς έντασης διεξάγονται σήμερα Πέμπτη (26/2) στη Γενεύη οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ – Ιράν , με τον Ντόναλντ Τραμπ να εμφανίζεται έτοιμος να ακολουθήσει μια πορεία που θυμίζει επικίνδυνα τις επιλογές της κυβέρνησης Μπους πριν από την εισβολή στο Ιράκ το 2003.

O Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος πολιτικά μπορεί να αναδείχθηκε μέσα από τη λαϊκή οργή για τον πόλεμο στο Ιράκ, ωστόσο σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ειρωνική ιστορική ανατροπή. Υιοθετεί ρητορικές και στρατηγικές που θυμίζουν τις επιλογές του Τζορτζ Μπους πριν από την εισβολή του 2003.

Αν και ακόμα δεν έχει ληφθεί απόφαση για στρατιωτικό πλήγμα, η τεράστια συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή αποτελεί τη μεγαλύτερη ανάπτυξη από την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η Ουάσιγκτον προετοιμάζεται για όλα τα ενδεχόμενα.

Η επίδειξη ισχύος λειτουργεί ως μοχλός πίεσης στις συνομιλίες, όμως η απόσυρση μιας τέτοιας δύναμης χωρίς δράση θα έπληττε το κύρος του προέδρου, ο οποίος έχει επενδύσει πολιτικά στη σκληρή στάση απέναντι στην Τεχεράνη.

Αντιφάσεις στον Λευκό Οίκο και έλλειψη στρατηγικού αφηγήματος

Παρά την επιθετική ρητορική, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει παρουσιάσει ένα συνεκτικό αφήγημα που να δικαιολογεί μια πιθανή σύγκρουση. Σε αντίθεση με τον Τζορτζ Μπους, ο οποίος επί μήνες οικοδομούσε το επιχείρημα περί «άμεσης απειλής» από το Ιράκ, η σημερινή ηγεσία προβάλλει ασαφείς και συχνά αντιφατικές αιτιολογίες.

Στην ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, ο Τραμπ υποστήριξε ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, ενώ ταυτόχρονα ισχυρίστηκε ότι «εξουδετέρωσε» το πυρηνικό του πρόγραμμα πέρσι. Η δήλωση αυτή ωστόσο, αμφισβητείται ακόμη και εντός των ΗΠΑ. Παράλληλα, επικαλέστηκε τις απώλειες Αμερικανών στρατιωτών από ιρανικές παραστρατιωτικές ομάδες και την αιματηρή καταστολή των πρόσφατων διαδηλώσεων στο Ιράν, χωρίς όμως να παρουσιάσει ένα σαφές σχέδιο για το τι θα ακολουθήσει.

Η ρητορική των πυραύλων και οι επικίνδυνες αναλογίες με το 2003

Το πιο ανησυχητικό σημείο της ομιλίας του ήταν η αναφορά στους ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Τεχεράνη αναπτύσσει συστήματα που μπορούν να πλήξουν την Ευρώπη και σύντομα τις ΗΠΑ, μια εκτίμηση που πολλοί ειδικοί θεωρούν υπερβολική. Η επιχειρηματολογία αυτή θυμίζει έντονα τις προειδοποιήσεις της κυβέρνησης Μπους για τα «όπλα μαζικής καταστροφής» του Ιράκ, προειδοποιήσεις που όπως έδειξε η ιστορία, αποδείχθηκαν αβάσιμες.

Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο προειδοποίησε ότι η άρνηση του Ιράν να συζητήσει για το πυραυλικό του πρόγραμμα θα αποτελέσει «μεγάλο πρόβλημα», ενισχύοντας την εικόνα μιας κυβέρνησης που κινείται χωρίς ενιαία στρατηγική.

Οι συνομιλίες της Γενεύης και οι ιρανικές κόκκινες γραμμές

Παρά το τεταμένο κλίμα, οι συνομιλίες στη Γενεύη συνεχίζονται. Η Τεχεράνη δηλώνει ότι μια συμφωνία είναι εφικτή, εφόσον οι ΗΠΑ τηρήσουν τρεις βασικές παραχωρήσεις που είχαν γίνει σε προηγούμενους γύρους συνομιλιών:

  • αναγνώριση του συμβολικού δικαιώματος εμπλουτισμού ουρανίου,
  • αραίωση των αποθεμάτων υψηλού εμπλουτισμού,
  • μη επιβολή περιορισμών στο βαλλιστικό πρόγραμμα.

Σύμφωνα με ιρανούς αξιωματούχους, ο Στιβ Γουίτκοφ και ο Τζάρεντ Κούσνερ είχαν αποδεχθεί αυτές τις παραμέτρους, όμως η ομιλία Τραμπ έδειξε μια εντελώς διαφορετική κατεύθυνση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ανατρέψει όσα είχαν συμφωνηθεί.

Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί επανέλαβε ότι η χώρα του δεν θα επιδιώξει ποτέ πυρηνικά όπλα, αλλά δεν πρόκειται να παραιτηθεί από το δικαίωμα στην ειρηνική πυρηνική τεχνολογία. Η παρουσία του Ραφαέλ Γκρόσι, επικεφαλής της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας, (IAEA), θεωρείται κρίσιμη, καθώς μπορεί να πιστοποιήσει αν οι ιρανικές δεσμεύσεις για επιθεωρήσεις είναι επαρκείς. Ο Γκρόσι προειδοποίησε ότι η κατάσταση είναι «εξαιρετικά επικίνδυνη», καθώς οι ΗΠΑ έχουν ολοκληρώσει μια μεγάλη στρατιωτική ανάπτυξη στη Μέση Ανατολή και δεν προτίθενται να αφήσουν τις συνομιλίες να παραταθούν για εβδομάδες.

Η ιρανική πλευρά δηλώνει έτοιμη να δώσει στον Τραμπ τη δυνατότητα να παρουσιάσει μια «καλύτερη συμφωνία από του Ομπάμα», εφόσον αυτό βοηθήσει την επίτευξη συμφωνίας. Ωστόσο, η απότομη μεταστροφή του Aμερικανού προέδρου δημιουργεί αβεβαιότητα για την έκβαση των συνομιλιών.

Ποιος θα διαδεχθεί το καθεστώς;

Παρά τις απειλές και τη στρατιωτική πίεση, η Ουάσιγκτον δεν έχει απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα, τι θα συμβεί αν καταρρεύσει το ιρανικό καθεστώς. Σύμφωνα με εκτιμήσεις αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, ο πιθανότερος διάδοχος δεν θα ήταν μια φιλοδυτική κυβέρνηση, αλλά οι σκληροπυρηνικοί Φρουροί της Επανάστασης, μια εξέλιξη που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ακόμη περισσότερο την περιοχή.

Εσωτερική αναταραχή στο Ιράν

Την ίδια ώρα, οι διαδηλώσεις στα ιρανικά πανεπιστήμια συνεχίζονται για πέμπτη ημέρα, σχεδόν δύο μήνες μετά το ξέσπασμα των κινητοποιήσεων. Το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας κατηγόρησε τον Τραμπ για «προπαγάνδα τύπου Γκέμπελς», απορρίπτοντας ως «μεγάλα ψέματα» τους ισχυρισμούς περί δεκάδων χιλιάδων νεκρών διαδηλωτών.

Πηγή: ertnews.gr